Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μονομορφηματικός

/mo.no.moɾ.fi.ma.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. γλωσσολογίαπου έχει μόνον ένα μόρφημα, δεν αναλύεται σε μικρότερα συστατικά μορφήματα Βικιλεξικό
    • οι λέξεις έτσι, τώρα, πώς είναι μονομορφηματικές και ταυτόχρονα, ελεύθερα μορφήματα

Ετυμολογία

μονομορφηματικός < μονο- + μορφηματικός, λόγιο ενδογενές δάνειο: μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική monomorphemic

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονομορφηματικόςμονομορφηματικήμονομορφηματικό
Γενικήμονομορφηματικούμονομορφηματικήςμονομορφηματικού
Αιτιατικήμονομορφηματικόμονομορφηματικήμονομορφηματικό
Κλητικήμονομορφηματικέμονομορφηματικήμονομορφηματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονομορφηματικοίμονομορφηματικέςμονομορφηματικά
Γενικήμονομορφηματικώνμονομορφηματικώνμονομορφηματικών
Αιτιατικήμονομορφηματικούςμονομορφηματικέςμονομορφηματικά
Κλητικήμονομορφηματικοίμονομορφηματικέςμονομορφηματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →