μονομορφηματικός
•
- γλωσσολογίαπου έχει μόνον ένα μόρφημα, δεν αναλύεται σε μικρότερα συστατικά μορφήματα Βικιλεξικό
- οι λέξεις έτσι, τώρα, πώς είναι μονομορφηματικές και ταυτόχρονα, ελεύθερα μορφήματα
Ετυμολογία
μονομορφηματικός < μονο- + μορφηματικός, λόγιο ενδογενές δάνειο: μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική monomorphemic
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονομορφηματικός | μονομορφηματική | μονομορφηματικό |
| Γενική | μονομορφηματικού | μονομορφηματικής | μονομορφηματικού |
| Αιτιατική | μονομορφηματικό | μονομορφηματική | μονομορφηματικό |
| Κλητική | μονομορφηματικέ | μονομορφηματική | μονομορφηματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονομορφηματικοί | μονομορφηματικές | μονομορφηματικά |
| Γενική | μονομορφηματικών | μονομορφηματικών | μονομορφηματικών |
| Αιτιατική | μονομορφηματικούς | μονομορφηματικές | μονομορφηματικά |
| Κλητική | μονομορφηματικοί | μονομορφηματικές | μονομορφηματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →