πολυμορφηματικός
•
- γλωσσολογίαπου αποτελείται από περισσότερα συστατικά μορφήματα που φέρουν είτε σημασία, είτε γραμματική πληροφορία Βικιλεξικό
- η λέξη ψυχοβγάλτης είναι πολυμορφηματική: αναλύεται στα δεσμευμένα μορφήματα ψυχο- (ψυχή) + βγαλ- (βγάζω) + -της
Ετυμολογία
πολυμορφηματικός < πολυ- + μορφηματικός, λόγιο ενδογενές δάνειο: μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική polymorphemic
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυμορφηματικός | πολυμορφηματική | πολυμορφηματικό |
| Γενική | πολυμορφηματικού | πολυμορφηματικής | πολυμορφηματικού |
| Αιτιατική | πολυμορφηματικό | πολυμορφηματική | πολυμορφηματικό |
| Κλητική | πολυμορφηματικέ | πολυμορφηματική | πολυμορφηματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυμορφηματικοί | πολυμορφηματικές | πολυμορφηματικά |
| Γενική | πολυμορφηματικών | πολυμορφηματικών | πολυμορφηματικών |
| Αιτιατική | πολυμορφηματικούς | πολυμορφηματικές | πολυμορφηματικά |
| Κλητική | πολυμορφηματικοί | πολυμορφηματικές | πολυμορφηματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →