Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυμορφηματικός

/po.li.moɾ.fi.ma.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. γλωσσολογίαπου αποτελείται από περισσότερα συστατικά μορφήματα που φέρουν είτε σημασία, είτε γραμματική πληροφορία Βικιλεξικό
    • η λέξη ψυχοβγάλτης είναι πολυμορφηματική: αναλύεται στα δεσμευμένα μορφήματα ψυχο- (ψυχή) + βγαλ- (βγάζω) + -της

Ετυμολογία

πολυμορφηματικός < πολυ- + μορφηματικός, λόγιο ενδογενές δάνειο: μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική polymorphemic

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυμορφηματικόςπολυμορφηματικήπολυμορφηματικό
Γενικήπολυμορφηματικούπολυμορφηματικήςπολυμορφηματικού
Αιτιατικήπολυμορφηματικόπολυμορφηματικήπολυμορφηματικό
Κλητικήπολυμορφηματικέπολυμορφηματικήπολυμορφηματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυμορφηματικοίπολυμορφηματικέςπολυμορφηματικά
Γενικήπολυμορφηματικώνπολυμορφηματικώνπολυμορφηματικών
Αιτιατικήπολυμορφηματικούςπολυμορφηματικέςπολυμορφηματικά
Κλητικήπολυμορφηματικοίπολυμορφηματικέςπολυμορφηματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →