μονοπωλιακός
•
- που έχει σχέση με το μονοπώλιο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονοπωλιακός < μονοπώλιο + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονοπωλιακός | μονοπωλιακή | μονοπωλιακό |
| Γενική | μονοπωλιακού | μονοπωλιακής | μονοπωλιακού |
| Αιτιατική | μονοπωλιακό | μονοπωλιακή | μονοπωλιακό |
| Κλητική | μονοπωλιακέ | μονοπωλιακή | μονοπωλιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονοπωλιακοί | μονοπωλιακές | μονοπωλιακά |
| Γενική | μονοπωλιακών | μονοπωλιακών | μονοπωλιακών |
| Αιτιατική | μονοπωλιακούς | μονοπωλιακές | μονοπωλιακά |
| Κλητική | μονοπωλιακοί | μονοπωλιακές | μονοπωλιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →