πωλώ
•
- μεταβιβάζω ένα αγαθό έναντι χρημάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πωλώ < αρχαία ελληνική πωλέω / πωλῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πωλώ | πωλείς | πωλεί | πωλούμε | πωλείτε | πωλούν / πωλούνε |
| Παρατατικός | πωλούσα | πωλούσες | πωλούσε | πωλούσαμε | πωλούσατε | πωλούσαν / πωλούσανε |
| Αόριστος | πώλησα | πώλησες | πώλησε | πωλήσαμε | πωλήσατε | πωλήσαν / πωλήσανε / πώλησαν |
| Μέλλοντας | θα πωλήσω / θα πωλώ | θα πωλήσεις / θα πωλείς | θα πωλήσει / θα πωλεί | θα πωλήσουμε / θα πωλούμε | θα πωλήσετε / θα πωλείτε | θα πωλήσουν / θα πωλήσουνε / θα πωλούν / θα πωλούνε |
| Παρακείμενος | έχω πωλήσει | έχεις πωλήσει | έχει πωλήσει | έχουμε πωλήσει | έχετε πωλήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πωλήσει | είχες πωλήσει | είχε πωλήσει | είχαμε πωλήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πωλήσει / να πωλήσω / να πωλώ | να έχεις πωλήσει / να πωλήσεις / να πωλείς | να έχει πωλήσει / να πωλήσει / να πωλεί | να έχουμε πωλήσει / να πωλήσουμε / να πωλούμε | να έχετε πωλήσει / να πωλήσετε / να πωλείτε | να πωλήσουν / να πωλήσουνε / να πωλούν / να πωλούνε |
| Προστακτική | — | πώλει / πώλησε | — | — | πωλήστε / πωλείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →