μονορχιδία
•
- ιατρικήη έλλειψη του ενός από τους δύο όρχεις η εύρεσή του σε ατροφική κατάσταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονορχιδία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική monorchidism + -ία < αρχαία ελληνική μόνος + ὄρχις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μονορχιδία | μονορχιδίες |
| Γενική | μονορχιδίας | μονορχιδιών |
| Αιτιατική | μονορχιδία | μονορχιδίες |
| Κλητική | μονορχιδία | μονορχιδίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →