μονοτοπικός
•
- που ίσχυει ή συμβαίνει μόνο σε συγκεκριμένη τοποθεσία-περιοχή Βικιλεξικό
- παγιωτοπικός, τοποστατικός, που δεν μετακινείται, δεν αλλάζει τόπο διαμονής, μη αποδημητικός Βικιλεξικό
- καθιστικός, που δεν μετακινείται συχνά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονοτοπικός < μονο- + τοπικός → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονοτοπικός | μονοτοπική | μονοτοπικό |
| Γενική | μονοτοπικού | μονοτοπικής | μονοτοπικού |
| Αιτιατική | μονοτοπικό | μονοτοπική | μονοτοπικό |
| Κλητική | μονοτοπικέ | μονοτοπική | μονοτοπικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονοτοπικοί | μονοτοπικές | μονοτοπικά |
| Γενική | μονοτοπικών | μονοτοπικών | μονοτοπικών |
| Αιτιατική | μονοτοπικούς | μονοτοπικές | μονοτοπικά |
| Κλητική | μονοτοπικοί | μονοτοπικές | μονοτοπικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →