μονοχρωμία
•
- το να είναι κάποιος ή κάτι μονόχρωμο(ς) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονοχρωμία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική monochromie < monochrome < αρχαία ελληνική μονόχρωμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μονοχρωμία | μονοχρωμίες |
| Γενική | μονοχρωμίας | μονοχρωμιών |
| Αιτιατική | μονοχρωμία | μονοχρωμίες |
| Κλητική | μονοχρωμία | μονοχρωμίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →