μονόχρωμος
•
- που έχει μόνο ένα χρώμα Βικιλεξικό
- Είχε να διαλέξει ανάμεσα σε δύο πουκάμισα, ένα λευκό μονόχρωμο και ένα ριγέ.
- Τὰ φαιλόνια τῶν ἱεραρχῶν εἶναι ὅλα μονόχρωμα. Τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν εἶναι πολυσταύρια ἀποτελεῖ μιὰ ἀπλὴ ἔνδειξη γιὰ τὴν παλαιότητα τῆς εἰκονογραφικῆς παραδόσεως. Ὅπως ἔχει ἀποδειχθεῖ τὸ πολυσταύριο φαιλόνιο ἔχει ἤδη ἐμφανισθεῖ ἀπὸ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 11ου αἰώνα, ἀλλὰ καὶ τὸ παλαιὸ μονόχρωμο ἀκόσμητο φαιλόνιο δὲν ἐκλείπει τελείως.
Ετυμολογία
μονόχρωμος < αρχαία ελληνική μονόχρωμος < μόνος + χρῶμα
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονόχρωμος | μονόχρωμη | μονόχρωμο |
| Γενική | μονόχρωμου | μονόχρωμης | μονόχρωμου |
| Αιτιατική | μονόχρωμο | μονόχρωμη | μονόχρωμο |
| Κλητική | μονόχρωμε | μονόχρωμη | μονόχρωμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονόχρωμοι | μονόχρωμες | μονόχρωμα |
| Γενική | μονόχρωμων | μονόχρωμων | μονόχρωμων |
| Αιτιατική | μονόχρωμους | μονόχρωμες | μονόχρωμα |
| Κλητική | μονόχρωμοι | μονόχρωμες | μονόχρωμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →