Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μονοχρωμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη μονοχρωμία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μονοχρωμικός < μονοχρωμία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονοχρωμικόςμονοχρωμικήμονοχρωμικό
Γενικήμονοχρωμικούμονοχρωμικήςμονοχρωμικού
Αιτιατικήμονοχρωμικόμονοχρωμικήμονοχρωμικό
Κλητικήμονοχρωμικέμονοχρωμικήμονοχρωμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονοχρωμικοίμονοχρωμικέςμονοχρωμικά
Γενικήμονοχρωμικώνμονοχρωμικώνμονοχρωμικών
Αιτιατικήμονοχρωμικούςμονοχρωμικέςμονοχρωμικά
Κλητικήμονοχρωμικοίμονοχρωμικέςμονοχρωμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →