μονόστηλος
•
- που καταλαμβάνει μία στήλη ή τμήμα της σε μία σελίδα εντύπου η οποία χωρίζεται νοητά σε 3-4 στήλες Βικιλεξικό
- μια μονόστηλη καταχώριση
- ναυτικός όρος: σκάφος ή πλοίο που φέρει ένα ιστό {κατάρτι) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονόστηλος < μονο- + στήλη
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονόστηλος | μονόστηλη | μονόστηλο |
| Γενική | μονόστηλου | μονόστηλης | μονόστηλου |
| Αιτιατική | μονόστηλο | μονόστηλη | μονόστηλο |
| Κλητική | μονόστηλε | μονόστηλη | μονόστηλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονόστηλοι | μονόστηλες | μονόστηλα |
| Γενική | μονόστηλων | μονόστηλων | μονόστηλων |
| Αιτιατική | μονόστηλους | μονόστηλες | μονόστηλα |
| Κλητική | μονόστηλοι | μονόστηλες | μονόστηλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →