Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μορφάζω

ρήμα
•
  1. κάνω μορφασμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μορφάζω < ελληνιστική κοινή μορφάζω (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική μορφάζω < μορφή

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμορφάζωμορφάζειςμορφάζειμορφάζουμεμορφάζετεμορφάζουν / μορφάζουνε
Παρατατικόςμόρφαζαμόρφαζεςμόρφαζεμορφάζαμεμορφάζατεμορφάζαν / μορφάζανε / μόρφαζαν
Αόριστοςμόρφασαμόρφασεςμόρφασεμορφάσαμεμορφάσατεμορφάσαν / μορφάσανε / μόρφασαν
Μέλλονταςθα μορφάζω / θα μορφάσωθα μορφάζεις / θα μορφάσειςθα μορφάζει / θα μορφάσειθα μορφάζουμε / θα μορφάσουμεθα μορφάζετε / θα μορφάσετεθα μορφάζουν / θα μορφάζουνε / θα μορφάσουν / θα μορφάσουνε
Παρακείμενοςέχω μορφάσειέχεις μορφάσειέχει μορφάσειέχουμε μορφάσειέχετε μορφάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μορφάσειείχες μορφάσειείχε μορφάσειείχαμε μορφάσει——
Υποτακτικήνα έχω μορφάσει / να μορφάζω / να μορφάσωνα έχεις μορφάσει / να μορφάζεις / να μορφάσειςνα έχει μορφάσει / να μορφάζει / να μορφάσεινα έχουμε μορφάσει / να μορφάζουμε / να μορφάσουμενα έχετε μορφάσει / να μορφάζετε / να μορφάσετενα μορφάζουν / να μορφάζουνε / να μορφάσουν / να μορφάσουνε
Προστακτική—μόρφαζε / μόρφασε——μορφάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

μορφάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →