μορφάζω
•
- κάνω μορφασμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μορφάζω < ελληνιστική κοινή μορφάζω (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική μορφάζω < μορφή
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μορφάζω | μορφάζεις | μορφάζει | μορφάζουμε | μορφάζετε | μορφάζουν / μορφάζουνε |
| Παρατατικός | μόρφαζα | μόρφαζες | μόρφαζε | μορφάζαμε | μορφάζατε | μορφάζαν / μορφάζανε / μόρφαζαν |
| Αόριστος | μόρφασα | μόρφασες | μόρφασε | μορφάσαμε | μορφάσατε | μορφάσαν / μορφάσανε / μόρφασαν |
| Μέλλοντας | θα μορφάζω / θα μορφάσω | θα μορφάζεις / θα μορφάσεις | θα μορφάζει / θα μορφάσει | θα μορφάζουμε / θα μορφάσουμε | θα μορφάζετε / θα μορφάσετε | θα μορφάζουν / θα μορφάζουνε / θα μορφάσουν / θα μορφάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μορφάσει | έχεις μορφάσει | έχει μορφάσει | έχουμε μορφάσει | έχετε μορφάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μορφάσει | είχες μορφάσει | είχε μορφάσει | είχαμε μορφάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μορφάσει / να μορφάζω / να μορφάσω | να έχεις μορφάσει / να μορφάζεις / να μορφάσεις | να έχει μορφάσει / να μορφάζει / να μορφάσει | να έχουμε μορφάσει / να μορφάζουμε / να μορφάσουμε | να έχετε μορφάσει / να μορφάζετε / να μορφάσετε | να μορφάζουν / να μορφάζουνε / να μορφάσουν / να μορφάσουνε |
| Προστακτική | — | μόρφαζε / μόρφασε | — | — | μορφάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μορφάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →