Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μορφασμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. έκφραση προσώπου, με συσπάσεις που εκφράζουν έντονο πόνο ή συναίσθημα Βικιλεξικό
    • 19ος/20ός αιώνας, Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα, αρχική έκδοση: 1920.

Ετυμολογία

μορφασμός < ελληνιστική κοινή μορφασμός < αρχαία ελληνική μορφάζω μορφή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμορφασμόςμορφασμοί
Γενικήμορφασμούμορφασμών
Αιτιατικήμορφασμόμορφασμούς
Κλητικήμορφασμέμορφασμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →