Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μορφινομανής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι εθισμένος στη χρήση μορφίνης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μορφινομανής < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική morphinomane < morphine + -mane < ελληνιστική κοινή Μορφεύς < αρχαία ελληνική μορφή + -μανής < μένος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμορφινομανήςμορφινομανήςμορφινομανές
Γενικήμορφινομανούςμορφινομανούςμορφινομανούς
Αιτιατικήμορφινομανήμορφινομανήμορφινομανές
Κλητικήμορφινομανή / μορφινομανήςμορφινομανήςμορφινομανές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμορφινομανείςμορφινομανείςμορφινομανή
Γενικήμορφινομανώνμορφινομανώνμορφινομανών
Αιτιατικήμορφινομανείςμορφινομανείςμορφινομανή
Κλητικήμορφινομανείςμορφινομανείςμορφινομανή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →