μορφολογικό
•
- γραμματικήη γραμματική εξέταση της κλίσης των κλιτών μερών του λόγου και των σχηματιζόμενων τύπων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μορφολογικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου μορφολογικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική morphologisch < Morphologie < αρχαία ελληνική μορφή + λέγω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μορφολογικό | μορφολογικά |
| Γενική | μορφολογικού | μορφολογικών |
| Αιτιατική | μορφολογικό | μορφολογικά |
| Κλητική | μορφολογικό | μορφολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →