μορφοτυπώ
•
- συντάσσω ή τροποποιώ ένα έγγραφο, ή τεκμήριο γενικότερα, σύμφωνα με ορισμένο μορφότυπο Βικιλεξικό
- μορφοτυπώ ένα κείμενο που συντάχθηκε στον Α επεξεργαστή κειμένου και το έχω εισαγάγει στον Β επεξεργαστή κειμένου.
- πληροφορικήπροετοιμάζω ένα μέσο αποθήκευσης δεδομένων πριν αρχίσει η κανονική χρήση του Βικιλεξικό
- μορφοτυπώ έναν σκληρό δίσκο
Ετυμολογία
μορφοτυπώ (νεολογισμός) όρος της ΕΛΕΤΟ < μορφότυπο
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μορφοτυπώ | μορφοτυπείς / μορφοτυπημει | μορφοτυπεί | μορφοτυπούμε | μορφοτυπείτε | μορφοτυπούν |
| Παρατατικός | μορφοτυπούσα | μορφοτυπούσες | μορφοτυπούσε | μορφοτυπούσαμε | μορφοτυπούσατε | μορφοτυπούσαν |
| Αόριστος | μορφοτυπήσω / μορφοτύπησα | μορφοτυπήσεις / μορφοτύπησε / μορφοτύπησες | μορφοτυπήσει / μορφοτύπησε | μορφοτυπήσαμε / μορφοτυπήσουμε | μορφοτυπήσατε / μορφοτυπήσετε / μορφοτυπήστε | μορφοτυπήσουν / μορφοτύπησαν |
| Μέλλοντας | θα μορφοτυπήσω / θα μορφοτυπώ | θα μορφοτυπήσεις / θα μορφοτυπείς | θα μορφοτυπήσει / θα μορφοτυπεί | θα μορφοτυπήσουμε / θα μορφοτυπούμε | θα μορφοτυπήσετε / θα μορφοτυπείτε | θα μορφοτυπήσουν / θα μορφοτυπούν |
| Παρακείμενος | έχω μορφοτυπήσει | έχεις μορφοτυπήσει | έχει μορφοτυπήσει | έχουμε μορφοτυπήσει | έχετε μορφοτυπήσει | έχουν μορφοτυπήσει |
| Υπερσυντέλικος | είχα μορφοτυπήσει | είχες μορφοτυπήσει | είχε μορφοτυπήσει | είχαμε μορφοτυπήσει | είχατε μορφοτυπήσει | είχαν μορφοτυπήσει |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →