Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μοσχοβολώ

/mo.sxo.voˈlo/ρήμα
•
  1. μυρίζω πολύ όμορφα, ευωδιάζω, μοσχομυρίζω Βικιλεξικό
    • τα ρούχα μοσχοβολούσαν μετά το πλύσιμο
    • Του είχε ξυπνήσει τη νοσταλγία για την εποχή που πήγαιναν οικογενειακώς στη Δροσιά για πεϊνιρλί, μαζί με τον θείο Δημήτρη, τη θεία Κατερίνα και τις ξαδέλφες του, τη Σόνια και την Τατιάνα. Πως μοσχοβολούσε το λιωμένο βούτυρο! (Χίλντα Παπαδημητρίου, Έχουνε όλοι κακούς σκοπούς, εκδ. Μεταίχμιο, 2013)

Ετυμολογία

μοσχοβολώ < μεσαιωνική ελληνική μοσχοβολώ μόσχος + -βολώ (< αρχαία ελληνική βάλλω)

Άλλοι τύποι

μοσχοβολήσωμοσχοβολούσαμοσχοβόλησα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →