ευωδιάζω
•
- αναδίδω ωραία μυρωδιά Βικιλεξικό
- Ο κήπος ευωδιάζει της καρδιάς / Με χρώματα που αγγίζουν την ακμή / Ο κήπος με τα έρημα πουλιά / Με τις σκιές και με τα πορτοκάλια / Με τις αγνές δροσιές που δεν ήπιαμε (Γεώργιος Σαραντάρης, Ο κήπος ευωδιάζει της καρδιάς, 1938)
- Είχε κιόλας καταφθάσει κόσμος κι ο Κωσταντής ήταν μες στις φούριες. Φρεσκολουσμένος, με το τσιμπούκι του, κάτασπρο πουκάμισο, ναυτικό καπέλο και κολόνια λεβάντας που ευωδίαζε. (Ιωάννα Φραγκιά, Ο ράφτης του Ποσειδώνα, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
Ετυμολογία
ευωδιάζω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή εὐωδιάζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →