Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μουγκρητό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. φωνή ζώουη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μουγκρίζω Βικιλεξικό
    • Άκουσε έναν γνώριμο ήχο. Μια κραυγή μέσα από σουρντίνα. Έβγαινε από όλες τις κλειστές πόρτες. Στην αρχή ήταν ένα ακαθόριστο μουρμουρητό. Ένα μακρινό μουγκρητό. «Ο τελικός του Μουντιάλ», σκέφτηκε. «Το είχα ξεχάσει».» (Σαντιάγο Ρονκαλιόλο, Η εσχάτη των ποινών, εκδ. Καστανιώτη, 2015, μετάφραση: Κώστας Αθανασίου)

Ετυμολογία

μουγκρητό < μουγκρ(ίζω) + -ητό < ελληνιστική κοινή μουγκρίζω < (ηχομιμητική λέξη)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμουγκρητόμουγκρητά
Γενικήμουγκρητούμουγκρητών
Αιτιατικήμουγκρητόμουγκρητά
Κλητικήμουγκρητόμουγκρητά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →