μουγκρίζω
•
- κυριολεκτικάπαράγω μια χαρακτηριστική φωνή, ένα παρατεταμένο μου, έναν μυκηθμό ή βρυχηθμό Βικιλεξικό
- μεταφορικάπαράγω ανάλογο ήχο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μουγκρίζω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή μουγκρίζω < (ηχομιμητική λέξη)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μουγκρίζω | μουγκρίζεις | μουγκρίζει | μουγκρίζουμε | μουγκρίζετε | μουγκρίζουν / μουγκρίζουνε |
| Παρατατικός | μούγκριζα | μούγκριζες | μούγκριζε | μουγκρίζαμε | μουγκρίζατε | μουγκρίζαν / μουγκρίζανε / μούγκριζαν |
| Αόριστος | μούγκρισα | μούγκρισες | μούγκρισε | μουγκρίσαμε | μουγκρίσατε | μουγκρίσαν / μουγκρίσανε / μούγκρισαν |
| Μέλλοντας | θα μουγκρίζω / θα μουγκρίσω | θα μουγκρίζεις / θα μουγκρίσεις | θα μουγκρίζει / θα μουγκρίσει | θα μουγκρίζουμε / θα μουγκρίσουμε | θα μουγκρίζετε / θα μουγκρίσετε | θα μουγκρίζουν / θα μουγκρίζουνε / θα μουγκρίσουν / θα μουγκρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μουγκρίσει | έχεις μουγκρίσει | έχει μουγκρίσει | έχουμε μουγκρίσει | έχετε μουγκρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μουγκρίσει | είχες μουγκρίσει | είχε μουγκρίσει | είχαμε μουγκρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μουγκρίσει / να μουγκρίζω / να μουγκρίσω | να έχεις μουγκρίσει / να μουγκρίζεις / να μουγκρίσεις | να έχει μουγκρίσει / να μουγκρίζει / να μουγκρίσει | να έχουμε μουγκρίσει / να μουγκρίζουμε / να μουγκρίσουμε | να έχετε μουγκρίσει / να μουγκρίζετε / να μουγκρίσετε | να μουγκρίζουν / να μουγκρίζουνε / να μουγκρίσουν / να μουγκρίσουνε |
| Προστακτική | — | μούγκριζε / μούγκρισε | — | — | μουγκρίζετε / μουγκρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →