μουδιάζω
•
- αισθάνομαι μια (προσωρινή) αναισθησία σε κάποιο μέλος του σώματος Βικιλεξικό
- επιφέρω μια (προσωρινή) αναισθησία σε κάποιο μέλος του σώματος Βικιλεξικό
- μεταφορικάδεν ξέρω πώς να ενεργήσω, παραμένω άπραγος και αδρανής Βικιλεξικό
- μεταφορικάφέρνω κάποιον σε τέτοια κατάσταση, που να μην ξέρει πώς να ενεργήσει, να παραμένει άπραγος και αδρανής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μουδιάζω < μεσαιωνική ελληνική μουδιῶ + -άζω < αρχαία ελληνική αἱμωδιάω / αἱμωδιῶ / αἱμωδέω / αἱμωδῶ < αἷμα + ὀδούς / ὀδών (δόντι)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μουδιάζω | μουδιάζεις | μουδιάζει | μουδιάζουμε | μουδιάζετε | μουδιάζουν / μουδιάζουνε |
| Παρατατικός | μούδιαζα | μούδιαζες | μούδιαζε | μουδιάζαμε | μουδιάζατε | μουδιάζαν / μουδιάζανε / μούδιαζαν |
| Αόριστος | μούδιασα | μούδιασες | μούδιασε | μουδιάσαμε | μουδιάσατε | μουδιάσαν / μουδιάσανε / μούδιασαν |
| Μέλλοντας | θα μουδιάζω / θα μουδιάσω | θα μουδιάζεις / θα μουδιάσεις | θα μουδιάζει / θα μουδιάσει | θα μουδιάζουμε / θα μουδιάσουμε | θα μουδιάζετε / θα μουδιάσετε | θα μουδιάζουν / θα μουδιάζουνε / θα μουδιάσουν / θα μουδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μουδιάσει | έχεις μουδιάσει | έχει μουδιάσει | έχουμε μουδιάσει | έχετε μουδιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μουδιάσει | είχες μουδιάσει | είχε μουδιάσει | είχαμε μουδιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μουδιάσει / να μουδιάζω / να μουδιάσω | να έχεις μουδιάσει / να μουδιάζεις / να μουδιάσεις | να έχει μουδιάσει / να μουδιάζει / να μουδιάσει | να έχουμε μουδιάσει / να μουδιάζουμε / να μουδιάσουμε | να έχετε μουδιάσει / να μουδιάζετε / να μουδιάσετε | να μουδιάζουν / να μουδιάζουνε / να μουδιάσουν / να μουδιάσουνε |
| Προστακτική | — | μούδιαζε / μούδιασε | — | — | μουδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μουδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →