ξεμουδιάζω
•
- ξεπιάνομαι, προσπαθώ κάποιο μέλος του σώματός μου να αποκτήσει την φυσιολογική κινητικότητα και το αίμα σε αυτό να επανέλθει στην κανονική του κυκλοφορία Βικιλεξικό
- Σκέφτηκα πως θα ήθελε να σηκωθεί λίγο στο δωμάτιο να ξεμουδιάσει. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
- μεταφορικάανακτώ την άνεσή μου, αναθαρρώ μετά από μια αμήχανη περίοδο ή στιγμή Βικιλεξικό
- Ο κόσμος ξεμούδιασε όταν ο κεντρικός ομιλητής στη συγκέντρωση...
Ετυμολογία
ξεμουδιάζω < ξε- + μουδιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεμουδιάζω | ξεμουδιάζεις | ξεμουδιάζει | ξεμουδιάζουμε | ξεμουδιάζετε | ξεμουδιάζουν / ξεμουδιάζουνε |
| Παρατατικός | ξεμούδιαζα | ξεμούδιαζες | ξεμούδιαζε | ξεμουδιάζαμε | ξεμουδιάζατε | ξεμουδιάζαν / ξεμουδιάζανε / ξεμούδιαζαν |
| Αόριστος | ξεμούδιασα | ξεμούδιασες | ξεμούδιασε | ξεμουδιάσαμε | ξεμουδιάσατε | ξεμουδιάσαν / ξεμουδιάσανε / ξεμούδιασαν |
| Μέλλοντας | θα ξεμουδιάζω / θα ξεμουδιάσω | θα ξεμουδιάζεις / θα ξεμουδιάσεις | θα ξεμουδιάζει / θα ξεμουδιάσει | θα ξεμουδιάζουμε / θα ξεμουδιάσουμε | θα ξεμουδιάζετε / θα ξεμουδιάσετε | θα ξεμουδιάζουν / θα ξεμουδιάζουνε / θα ξεμουδιάσουν / θα ξεμουδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεμουδιάσει | έχεις ξεμουδιάσει | έχει ξεμουδιάσει | έχουμε ξεμουδιάσει | έχετε ξεμουδιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεμουδιάσει | είχες ξεμουδιάσει | είχε ξεμουδιάσει | είχαμε ξεμουδιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεμουδιάσει / να ξεμουδιάζω / να ξεμουδιάσω | να έχεις ξεμουδιάσει / να ξεμουδιάζεις / να ξεμουδιάσεις | να έχει ξεμουδιάσει / να ξεμουδιάζει / να ξεμουδιάσει | να έχουμε ξεμουδιάσει / να ξεμουδιάζουμε / να ξεμουδιάσουμε | να έχετε ξεμουδιάσει / να ξεμουδιάζετε / να ξεμουδιάσετε | να ξεμουδιάζουν / να ξεμουδιάζουνε / να ξεμουδιάσουν / να ξεμουδιάσουνε |
| Προστακτική | — | ξεμούδιαζε / ξεμούδιασε | — | — | ξεμουδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεμουδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →