Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μουλωχτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ενεργεί ή γίνεται στα κρυφά, αθόρυβα, αποκρύπτοντας τις βαθύτερες προθέσεις, σκέψεις ή επιθυμίες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μουλωχτός < μουλώχνω + -τός < μουλώνω < μεσαιωνική ελληνική μουλώνω / μουλλώνω / μουλλώννω < (ελληνιστική κοινή) (με στραβό χείλος) / μύλλον (χείλος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμουλωχτόςμουλωχτήμουλωχτό
Γενικήμουλωχτούμουλωχτήςμουλωχτού
Αιτιατικήμουλωχτόμουλωχτήμουλωχτό
Κλητικήμουλωχτέμουλωχτήμουλωχτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμουλωχτοίμουλωχτέςμουλωχτά
Γενικήμουλωχτώνμουλωχτώνμουλωχτών
Αιτιατικήμουλωχτούςμουλωχτέςμουλωχτά
Κλητικήμουλωχτοίμουλωχτέςμουλωχτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →