Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μουλώνω

ρήμα
•
  1. οικείοαδρανώ, σιωπώ Βικιλεξικό
  2. οικείοείμαι μουλωχτός, ύπουλος Βικιλεξικό
  3. οικείομουλαρώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μουλώνω (1,2) < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μουλώνω / μουλλώνω / μουλλώννω < ελληνιστική κοινή μυλλός (με στραβό χείλος) / μύλλον (χείλος) : μουλώνω (3) < μουλαρώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμουλώνωμουλώνειςμουλώνειμουλώνουμεμουλώνετεμουλώνουν / μουλώνουνε
Παρατατικόςμούλωναμούλωνεςμούλωνεμουλώναμεμουλώνατεμουλώναν / μουλώνανε / μούλωναν
Αόριστοςμούλωξαμούλωξεςμούλωξεμουλώξαμεμουλώξατεμουλώξαν / μουλώξανε / μούλωξαν
Μέλλονταςθα μουλώνω / θα μουλώξωθα μουλώνεις / θα μουλώξειςθα μουλώνει / θα μουλώξειθα μουλώνουμε / θα μουλώξουμεθα μουλώνετε / θα μουλώξετεθα μουλώνουν / θα μουλώνουνε / θα μουλώξουν / θα μουλώξουνε
Παρακείμενοςέχω μουλώξειέχεις μουλώξειέχει μουλώξειέχουμε μουλώξει——
Υπερσυντέλικοςείχα μουλώξειείχες μουλώξειείχε μουλώξειείχαμε μουλώξει——
Υποτακτικήνα έχω μουλώξει / να μουλώνω / να μουλώξωνα έχεις μουλώξει / να μουλώνεις / να μουλώξειςνα έχει μουλώξει / να μουλώνει / να μουλώξεινα έχουμε μουλώξει / να μουλώνουμε / να μουλώξουμενα μουλώνετε / να μουλώξετενα μουλώνουν / να μουλώνουνε / να μουλώξουν / να μουλώξουνε
Προστακτική—έχε μουλωγμένο / μούλωνε / μούλωξε——μουλώνετε / μουλώξτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →