μουμιοποιώ
•
- ταριχεύω ή βαλσαμώνω πτώμα ανθρώπου ή ζώου, μεταβάλλοντάς το σε μούμια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μουμιοποιώ < μούμια + -ο- + -ποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μουμιοποιώ | μουμιοποιείς | μουμιοποιεί | μουμιοποιούμε | μουμιοποιείτε | μουμιοποιούν / μουμιοποιούνε |
| Παρατατικός | μουμιοποιούσα | μουμιοποιούσες | μουμιοποιούσε | μουμιοποιούσαμε | μουμιοποιούσατε | μουμιοποιούσαν / μουμιοποιούσανε |
| Αόριστος | μουμιοποίησα | μουμιοποίησες | μουμιοποίησε | μουμιοποιήσαμε | μουμιοποιήσατε | μουμιοποίησαν / μουμιοποιήσαν / μουμιοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα μουμιοποιήσω / θα μουμιοποιώ | θα μουμιοποιήσεις / θα μουμιοποιείς | θα μουμιοποιήσει / θα μουμιοποιεί | θα μουμιοποιήσουμε / θα μουμιοποιούμε | θα μουμιοποιήσετε / θα μουμιοποιείτε | θα μουμιοποιήσουν / θα μουμιοποιήσουνε / θα μουμιοποιούν / θα μουμιοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω μουμιοποιήσει | έχεις μουμιοποιήσει | έχει μουμιοποιήσει | έχουμε μουμιοποιήσει | έχετε μουμιοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μουμιοποιήσει | είχες μουμιοποιήσει | είχε μουμιοποιήσει | είχαμε μουμιοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μουμιοποιήσει / να μουμιοποιήσω / να μουμιοποιώ | να έχεις μουμιοποιήσει / να μουμιοποιήσεις / να μουμιοποιείς | να έχει μουμιοποιήσει / να μουμιοποιήσει / να μουμιοποιεί | να έχουμε μουμιοποιήσει / να μουμιοποιήσουμε / να μουμιοποιούμε | να έχετε μουμιοποιήσει / να μουμιοποιήσετε / να μουμιοποιείτε | να μουμιοποιήσουν / να μουμιοποιήσουνε / να μουμιοποιούν / να μουμιοποιούνε |
| Προστακτική | — | μουμιοποίει / μουμιοποίησε | — | — | μουμιοποιήστε / μουμιοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →