μουντζώνω
•
- δίνω μια μούντζα, κάνω σε κάποιον τη χειρονομία αυτή Βικιλεξικό
- το μούντζωμα δὲν τὸ ἔχει διὰ τίποτε ὁ πρίγκηψ · μουντζώνει συχνότατα, ἰδίως τοὺς ὑπασπιστάς του καὶ τὸν ἀδελφόν του πρίγκηπα ̓Ανδρέαν, εἴτε διὰ ἀστειότητα, εἴτε καὶ ἐν θυμῷ, ὅστις ὅμως δὲν διαρκεῖ συνήθως ἢ ἐπ ̓ ἐλάχιστον. (Παναγιώτης Γεωργίου Δαγκλής, Στρατηγού Π.Γ. Δαγκλή αναμνήσεις, έγγραφα, αλληλογραφία, το αρχείον του, Βιβλιοπωλείο Ε. Γ. Βαγιωνάκη, 1965
- μεταφορικάδείχνω αδιαφορία για κάτι, εγκαταλείπω κάτι που μου φαίνεται άσκοπο Βικιλεξικό
- τα μούντζωσε όλα και την κοπάνησε για άγνωστη κατεύθυνση
Ετυμολογία
μουντζώνω < μούντζ(α) + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μουντζώνω | μουντζώνεις | μουντζώνει | μουντζώνουμε | μουντζώνετε | μουντζώνουν / μουντζώνουνε |
| Παρατατικός | μούντζωνα | μούντζωνες | μούντζωνε | μουντζώναμε | μουντζώνατε | μουντζώναν / μουντζώνανε / μούντζωναν |
| Αόριστος | μούντζωσα | μούντζωσες | μούντζωσε | μουντζώσαμε | μουντζώσατε | μουντζώσαν / μουντζώσανε / μούντζωσαν |
| Μέλλοντας | θα μουντζώνω / θα μουντζώσω | θα μουντζώνεις / θα μουντζώσεις | θα μουντζώνει / θα μουντζώσει | θα μουντζώνουμε / θα μουντζώσουμε | θα μουντζώνετε / θα μουντζώσετε | θα μουντζώνουν / θα μουντζώνουνε / θα μουντζώσουν / θα μουντζώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μουντζώσει | έχεις μουντζώσει | έχει μουντζώσει | έχουμε μουντζώσει | έχετε μουντζώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μουντζώσει | είχες μουντζώσει | είχε μουντζώσει | είχαμε μουντζώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μουντζώσει / να μουντζώνω / να μουντζώσω | να έχεις μουντζώσει / να μουντζώνεις / να μουντζώσεις | να έχει μουντζώσει / να μουντζώνει / να μουντζώσει | να έχουμε μουντζώσει / να μουντζώνουμε / να μουντζώσουμε | να έχετε μουντζώσει / να μουντζώνετε / να μουντζώσετε | να μουντζώνουν / να μουντζώνουνε / να μουντζώσουν / να μουντζώσουνε |
| Προστακτική | — | μούντζωνε / μούντζωσε | — | — | μουντζώνετε / μουντζώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →