Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μουντζώνω

/munˈd͡zo.no/ρήμα
•
  1. δίνω μια μούντζα, κάνω σε κάποιον τη χειρονομία αυτή Βικιλεξικό
    • το μούντζωμα δὲν τὸ ἔχει διὰ τίποτε ὁ πρίγκηψ · μουντζώνει συχνότατα, ἰδίως τοὺς ὑπασπιστάς του καὶ τὸν ἀδελφόν του πρίγκηπα ̓Ανδρέαν, εἴτε διὰ ἀστειότητα, εἴτε καὶ ἐν θυμῷ, ὅστις ὅμως δὲν διαρκεῖ συνήθως ἢ ἐπ ̓ ἐλάχιστον. (Παναγιώτης Γεωργίου Δαγκλής, Στρατηγού Π.Γ. Δαγκλή αναμνήσεις, έγγραφα, αλληλογραφία, το αρχείον του, Βιβλιοπωλείο Ε. Γ. Βαγιωνάκη, 1965
  2. μεταφορικάδείχνω αδιαφορία για κάτι, εγκαταλείπω κάτι που μου φαίνεται άσκοπο Βικιλεξικό
    • τα μούντζωσε όλα και την κοπάνησε για άγνωστη κατεύθυνση

Ετυμολογία

μουντζώνω < μούντζ(α) + -ώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμουντζώνωμουντζώνειςμουντζώνειμουντζώνουμεμουντζώνετεμουντζώνουν / μουντζώνουνε
Παρατατικόςμούντζωναμούντζωνεςμούντζωνεμουντζώναμεμουντζώνατεμουντζώναν / μουντζώνανε / μούντζωναν
Αόριστοςμούντζωσαμούντζωσεςμούντζωσεμουντζώσαμεμουντζώσατεμουντζώσαν / μουντζώσανε / μούντζωσαν
Μέλλονταςθα μουντζώνω / θα μουντζώσωθα μουντζώνεις / θα μουντζώσειςθα μουντζώνει / θα μουντζώσειθα μουντζώνουμε / θα μουντζώσουμεθα μουντζώνετε / θα μουντζώσετεθα μουντζώνουν / θα μουντζώνουνε / θα μουντζώσουν / θα μουντζώσουνε
Παρακείμενοςέχω μουντζώσειέχεις μουντζώσειέχει μουντζώσειέχουμε μουντζώσειέχετε μουντζώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μουντζώσειείχες μουντζώσειείχε μουντζώσειείχαμε μουντζώσει——
Υποτακτικήνα έχω μουντζώσει / να μουντζώνω / να μουντζώσωνα έχεις μουντζώσει / να μουντζώνεις / να μουντζώσειςνα έχει μουντζώσει / να μουντζώνει / να μουντζώσεινα έχουμε μουντζώσει / να μουντζώνουμε / να μουντζώσουμενα έχετε μουντζώσει / να μουντζώνετε / να μουντζώσετενα μουντζώνουν / να μουντζώνουνε / να μουντζώσουν / να μουντζώσουνε
Προστακτική—μούντζωνε / μούντζωσε——μουντζώνετε / μουντζώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →