φασκελώνω
•
- τεντώνω το χέρι μου προς κάποιον και του δείχνω την παλάμη μου ανοιχτή θέλοντας έτσι να τον προσβάλω ή να δείξω το θυμό μου ή άλλο αρνητικό συναίσθημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φασκελώνω < μεσαιωνική ελληνική σφακελώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φασκελώνω | φασκελώνεις | φασκελώνει | φασκελώνουμε | φασκελώνετε | φασκελώνουν / φασκελώνουνε |
| Παρατατικός | φασκέλωνα | φασκέλωνες | φασκέλωνε | φασκελώναμε | φασκελώνατε | φασκέλωναν / φασκελώναν / φασκελώνανε |
| Αόριστος | φασκέλωσα | φασκέλωσες | φασκέλωσε | φασκελώσαμε | φασκελώσατε | φασκέλωσαν / φασκελώσαν / φασκελώσανε |
| Μέλλοντας | θα φασκελώνω / θα φασκελώσω | θα φασκελώνεις / θα φασκελώσεις | θα φασκελώνει / θα φασκελώσει | θα φασκελώνουμε / θα φασκελώσουμε | θα φασκελώνετε / θα φασκελώσετε | θα φασκελώνουν / θα φασκελώνουνε / θα φασκελώσουν / θα φασκελώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φασκελώσει | έχεις φασκελώσει | έχει φασκελώσει | έχουμε φασκελώσει | έχετε φασκελώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φασκελώσει | είχες φασκελώσει | είχε φασκελώσει | είχαμε φασκελώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φασκελώσει / να φασκελώνω / να φασκελώσω | να έχεις φασκελώσει / να φασκελώνεις / να φασκελώσεις | να έχει φασκελώσει / να φασκελώνει / να φασκελώσει | να έχουμε φασκελώσει / να φασκελώνουμε / να φασκελώσουμε | να έχετε φασκελώσει / να φασκελώνετε / να φασκελώσετε | να φασκελώνουν / να φασκελώνουνε / να φασκελώσουν / να φασκελώσουνε |
| Προστακτική | — | φασκέλωνε / φασκέλωσε | — | — | φασκελώνετε / φασκελώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →