μουσειολογία
•
- νεολογισμόςη επιστήμη ή η γνώση που συνδέεται με την οργάνωση, ανάπτυξη και λειτουργία ενός μουσείου, τη σχετική μεθοδολογία καθώς και την ιστορία ή τον ρόλο των μουσείων σε μια κοινωνία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μουσειολογία < μουσεί(ο) + -ο- + -λογία, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική museology
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μουσειολογία | μουσειολογίες |
| Γενική | μουσειολογίας | μουσειολογιών |
| Αιτιατική | μουσειολογία | μουσειολογίες |
| Κλητική | μουσειολογία | μουσειολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →