Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μουσειολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςπου έχει σχέση με τον μουσειολόγο ή την μουσειολογία ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μουσειολογικός < μουσειολόγος / μουσειολογία + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική museological)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμουσειολογικόςμουσειολογικήμουσειολογικό
Γενικήμουσειολογικούμουσειολογικήςμουσειολογικού
Αιτιατικήμουσειολογικόμουσειολογικήμουσειολογικό
Κλητικήμουσειολογικέμουσειολογικήμουσειολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμουσειολογικοίμουσειολογικέςμουσειολογικά
Γενικήμουσειολογικώνμουσειολογικώνμουσειολογικών
Αιτιατικήμουσειολογικούςμουσειολογικέςμουσειολογικά
Κλητικήμουσειολογικοίμουσειολογικέςμουσειολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →