μουσικοσυνθέτης
•
- επάγγελμασυνθέτης μουσικής, ιδίως τραγουδιών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μουσικοσυνθέτης < μουσικο- + συνθέτης < μουσικ(ή) + -ο- + συνθέτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μουσικοσυνθέτης | μουσικοσυνθέτες |
| Γενική | μουσικοσυνθέτη | μουσικοσυνθετών |
| Αιτιατική | μουσικοσυνθέτη | μουσικοσυνθέτες |
| Κλητική | μουσικοσυνθέτη | μουσικοσυνθέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →