συνθέτω
•
- μουσικήχρησιμοποιώ ή συγκεντρώνω επιμέρους στοιχεία για να σχηματίσω ένα ολοκληρωμένο σύνολο Βικιλεξικό
- τυπογραφίαχρησιμοποιώ ή συγκεντρώνω επιμέρους στοιχεία για να σχηματίσω ένα ολοκληρωμένο σύνολο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνθέτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συντίθημι. Μορφολογικά αναλύεται σε συν- + θέτω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνθέτω | συνθέτεις | συνθέτει | συνθέτουμε | συνθέτετε | συνθέτουν / συνθέτουνε |
| Παρατατικός | συνέθετα | συνέθετες | συνέθετε | συνθέταμε | συνθέτατε | συνέθεταν / συνθέταν / συνθέτανε |
| Αόριστος | συνέθεσα | συνέθεσες | συνέθεσε | συνθέσαμε | συνθέσατε | συνέθεσαν / συνθέσαν / συνθέσανε |
| Μέλλοντας | θα συνθέσω / θα συνθέτω | θα συνθέσεις / θα συνθέτεις | θα συνθέσει / θα συνθέτει | θα συνθέσουμε / θα συνθέτουμε | θα συνθέσετε / θα συνθέτετε | θα συνθέσουν / θα συνθέσουνε / θα συνθέτουν / θα συνθέτουνε |
| Παρακείμενος | έχω συνθέσει | έχεις συνθέσει | έχει συνθέσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνθέσει | είχες συνθέσει | είχε συνθέσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συνθέσει / να συνθέσω / να συνθέτω | να έχεις συνθέσει / να συνθέσεις / να συνθέτεις | να έχει συνθέσει / να συνθέσει / να συνθέτει | να συνθέσουμε / να συνθέτουμε | να συνθέσετε / να συνθέτετε | να συνθέσουν / να συνθέσουνε / να συνθέτουν / να συνθέτουνε |
| Προστακτική | — | έχε συντεθειμένο / σύνθεσε / σύνθετε | — | — | συνθέστε / συνθέτετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →