Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνθέτω

/sinˈθe.to/ρήμα
•
  1. μουσικήχρησιμοποιώ ή συγκεντρώνω επιμέρους στοιχεία για να σχηματίσω ένα ολοκληρωμένο σύνολο Βικιλεξικό
  2. τυπογραφίαχρησιμοποιώ ή συγκεντρώνω επιμέρους στοιχεία για να σχηματίσω ένα ολοκληρωμένο σύνολο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνθέτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συντίθημι. Μορφολογικά αναλύεται σε συν- + θέτω.

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυνθέτωσυνθέτειςσυνθέτεισυνθέτουμεσυνθέτετεσυνθέτουν / συνθέτουνε
Παρατατικόςσυνέθετασυνέθετεςσυνέθετεσυνθέταμεσυνθέτατεσυνέθεταν / συνθέταν / συνθέτανε
Αόριστοςσυνέθεσασυνέθεσεςσυνέθεσεσυνθέσαμεσυνθέσατεσυνέθεσαν / συνθέσαν / συνθέσανε
Μέλλονταςθα συνθέσω / θα συνθέτωθα συνθέσεις / θα συνθέτειςθα συνθέσει / θα συνθέτειθα συνθέσουμε / θα συνθέτουμεθα συνθέσετε / θα συνθέτετεθα συνθέσουν / θα συνθέσουνε / θα συνθέτουν / θα συνθέτουνε
Παρακείμενοςέχω συνθέσειέχεις συνθέσειέχει συνθέσει———
Υπερσυντέλικοςείχα συνθέσειείχες συνθέσειείχε συνθέσει———
Υποτακτικήνα έχω συνθέσει / να συνθέσω / να συνθέτωνα έχεις συνθέσει / να συνθέσεις / να συνθέτειςνα έχει συνθέσει / να συνθέσει / να συνθέτεινα συνθέσουμε / να συνθέτουμενα συνθέσετε / να συνθέτετενα συνθέσουν / να συνθέσουνε / να συνθέτουν / να συνθέτουνε
Προστακτική—έχε συντεθειμένο / σύνθεσε / σύνθετε——συνθέστε / συνθέτετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →