μουσκλιάζω
•
- γεμίζω μούσκλια, είμαι γλιστερός απ’ τα πολλά μούσκλια Βικιλεξικό
- μεταφορικάκατσουφιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μουσκλιάζω < μεσαιωνική ελληνική μούσκλιον < λατινική muscus (βρύο) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *mus-
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μουσκλιάζω | μουσκλιάζεις | μουσκλιάζει | μουσκλιάζουμε | μουσκλιάζετε | μουσκλιάζουν / μουσκλιάζουνε |
| Παρατατικός | μούσκλιαζα | μούσκλιαζες | μούσκλιαζε | μουσκλιάζαμε | μουσκλιάζατε | μουσκλιάζαν / μουσκλιάζανε / μούσκλιαζαν |
| Αόριστος | μούσκλιασα | μούσκλιασες | μούσκλιασε | μουσκλιάσαμε | μουσκλιάσατε | μουσκλιάσαν / μουσκλιάσανε / μούσκλιασαν |
| Μέλλοντας | θα μουσκλιάζω / θα μουσκλιάσω | θα μουσκλιάζεις / θα μουσκλιάσεις | θα μουσκλιάζει / θα μουσκλιάσει | θα μουσκλιάζουμε / θα μουσκλιάσουμε | θα μουσκλιάζετε / θα μουσκλιάσετε | θα μουσκλιάζουν / θα μουσκλιάζουνε / θα μουσκλιάσουν / θα μουσκλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μουσκλιάσει | έχεις μουσκλιάσει | έχει μουσκλιάσει | έχουμε μουσκλιάσει | έχετε μουσκλιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μουσκλιάσει | είχες μουσκλιάσει | είχε μουσκλιάσει | είχαμε μουσκλιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μουσκλιάσει / να μουσκλιάζω / να μουσκλιάσω | να έχεις μουσκλιάσει / να μουσκλιάζεις / να μουσκλιάσεις | να έχει μουσκλιάσει / να μουσκλιάζει / να μουσκλιάσει | να έχουμε μουσκλιάσει / να μουσκλιάζουμε / να μουσκλιάσουμε | να έχετε μουσκλιάσει / να μουσκλιάζετε / να μουσκλιάσετε | να μουσκλιάζουν / να μουσκλιάζουνε / να μουσκλιάσουν / να μουσκλιάσουνε |
| Προστακτική | — | μούσκλιαζε / μούσκλιασε | — | — | μουσκλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μουσκλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →