Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μουσκλιάζω

ρήμα
•
  1. γεμίζω μούσκλια, είμαι γλιστερός απ’ τα πολλά μούσκλια Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάκατσουφιάζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μουσκλιάζω < μεσαιωνική ελληνική μούσκλιον < λατινική muscus (βρύο) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *mus-

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμουσκλιάζωμουσκλιάζειςμουσκλιάζειμουσκλιάζουμεμουσκλιάζετεμουσκλιάζουν / μουσκλιάζουνε
Παρατατικόςμούσκλιαζαμούσκλιαζεςμούσκλιαζεμουσκλιάζαμεμουσκλιάζατεμουσκλιάζαν / μουσκλιάζανε / μούσκλιαζαν
Αόριστοςμούσκλιασαμούσκλιασεςμούσκλιασεμουσκλιάσαμεμουσκλιάσατεμουσκλιάσαν / μουσκλιάσανε / μούσκλιασαν
Μέλλονταςθα μουσκλιάζω / θα μουσκλιάσωθα μουσκλιάζεις / θα μουσκλιάσειςθα μουσκλιάζει / θα μουσκλιάσειθα μουσκλιάζουμε / θα μουσκλιάσουμεθα μουσκλιάζετε / θα μουσκλιάσετεθα μουσκλιάζουν / θα μουσκλιάζουνε / θα μουσκλιάσουν / θα μουσκλιάσουνε
Παρακείμενοςέχω μουσκλιάσειέχεις μουσκλιάσειέχει μουσκλιάσειέχουμε μουσκλιάσειέχετε μουσκλιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μουσκλιάσειείχες μουσκλιάσειείχε μουσκλιάσειείχαμε μουσκλιάσει——
Υποτακτικήνα έχω μουσκλιάσει / να μουσκλιάζω / να μουσκλιάσωνα έχεις μουσκλιάσει / να μουσκλιάζεις / να μουσκλιάσειςνα έχει μουσκλιάσει / να μουσκλιάζει / να μουσκλιάσεινα έχουμε μουσκλιάσει / να μουσκλιάζουμε / να μουσκλιάσουμενα έχετε μουσκλιάσει / να μουσκλιάζετε / να μουσκλιάσετενα μουσκλιάζουν / να μουσκλιάζουνε / να μουσκλιάσουν / να μουσκλιάσουνε
Προστακτική—μούσκλιαζε / μούσκλιασε——μουσκλιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

μουσκλιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →