μούσκλι
•
- φυτότο βρύο Βικιλεξικό
- Σ’ ένα σκιερό δάσος, καθισμένο σ’ έναν κορμό σκεπασμένο με μούσκλια, ένα αγόρι κρατά στα δυο του χέρια ένα μικρό βιβλίο το οποίο διαβάζει μες στην απαλή σιγαλιά, άρχοντας χρόνου και χώρου. (*)
Ετυμολογία
μούσκλι < μεσαιωνική ελληνική μούσκλιον < λατινική muscus (βρύο) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *mus-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μούσκλι | μούσκλια |
| Γενική | μουσκλιού | μουσκλιών |
| Αιτιατική | μούσκλι | μούσκλια |
| Κλητική | μούσκλι | μούσκλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →