μουχλιάζω
•
- για αντικείμενα ή επιφάνειεςπιάνω μούχλα Βικιλεξικό
- το ψωμί μούχλιασε, θα το πετάξω
- μεταφορικάπεριέρχομαι σε κατάσταση απόλυτης αδράνειας Βικιλεξικό
- μούχλιασα τόσο καιρό κλεισμένος μέσα στο σπίτι
Ετυμολογία
μουχλιάζω < μεσαιωνική ελληνική μοχλιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μουχλιάζω | μουχλιάζεις | μουχλιάζει | μουχλιάζουμε | μουχλιάζετε | μουχλιάζουν / μουχλιάζουνε |
| Παρατατικός | μούχλιαζα | μούχλιαζες | μούχλιαζε | μουχλιάζαμε | μουχλιάζατε | μουχλιάζαν / μουχλιάζανε / μούχλιαζαν |
| Αόριστος | μούχλιασα | μούχλιασες | μούχλιασε | μουχλιάσαμε | μουχλιάσατε | μουχλιάσαν / μουχλιάσανε / μούχλιασαν |
| Μέλλοντας | θα μουχλιάζω / θα μουχλιάσω | θα μουχλιάζεις / θα μουχλιάσεις | θα μουχλιάζει / θα μουχλιάσει | θα μουχλιάζουμε / θα μουχλιάσουμε | θα μουχλιάζετε / θα μουχλιάσετε | θα μουχλιάζουν / θα μουχλιάζουνε / θα μουχλιάσουν / θα μουχλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μουχλιάσει | έχεις μουχλιάσει | έχει μουχλιάσει | έχουμε μουχλιάσει | έχετε μουχλιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μουχλιάσει | είχες μουχλιάσει | είχε μουχλιάσει | είχαμε μουχλιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μουχλιάσει / να μουχλιάζω / να μουχλιάσω | να έχεις μουχλιάσει / να μουχλιάζεις / να μουχλιάσεις | να έχει μουχλιάσει / να μουχλιάζει / να μουχλιάσει | να έχουμε μουχλιάσει / να μουχλιάζουμε / να μουχλιάσουμε | να έχετε μουχλιάσει / να μουχλιάζετε / να μουχλιάσετε | να μουχλιάζουν / να μουχλιάζουνε / να μουχλιάσουν / να μουχλιάσουνε |
| Προστακτική | — | μούχλιαζε / μούχλιασε | — | — | μουχλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μουχλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →