μούχλα
•
- κοινή ονομασία για πολλά είδη μυκήτων που αναπτύσσονται σε οργανικές ουσίες που βρίσκονται σε αποσύνθεση και έχουν μια χαρακτηριστική μυρωδιά Βικιλεξικό
- το πρασινωπό ή ασπριδερό στρώμα που εμφανίζεται σε διάφορα μέρη και αποτελείται από διάφορα είδη μυκήτων μούχλας Βικιλεξικό
- μεταφορικάνωχελικός, που αδρανεί γενικά, που βαριέται Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: μούχλας (αρσενικό), μούχλα (θηλυκό)
- μεταφορικάαναχρονιστική κατάσταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μούχλα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική *(ἀ)μοῦχλα < *μόχλα με ἀ- προθεματικό και [u] > [o] όπως και τα μοχλιάζω - μουχλιάζω < ἀμούχλη < ελληνιστική κοινή ὀμίχλα < αρχαία ελληνική ὀμίχλη / ὁμίχλη : (Σχόλια για σύνδεση με την αραμαϊκή γλώσσα και τη μέση αρμενική: μούχλα στο αγγλικό Βικιλεξικό.)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μούχλα | μούχλες |
| Γενική | μούχλας | — |
| Αιτιατική | μούχλα | μούχλες |
| Κλητική | μούχλα | μούχλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →