μούλικος
•
- που έχει σχέση με μούλο / μπάσταρδο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μούλικος < μούλος + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μούλικος | μούλικη | μούλικο |
| Γενική | μούλικου | μούλικης | μούλικου |
| Αιτιατική | μούλικο | μούλικη | μούλικο |
| Κλητική | μούλικε | μούλικη | μούλικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μούλικοι | μούλικες | μούλικα |
| Γενική | μούλικων | μούλικων | μούλικων |
| Αιτιατική | μούλικους | μούλικες | μούλικα |
| Κλητική | μούλικοι | μούλικες | μούλικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →