μπάσταρδος
•
- μπάσταρδος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπάσταρδος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μπαστάρδος < βενετική bastardo < μεσαιωνική λατινική bastardus < φραγκικά *bāst < πρωτογερμανική *banstuz (δεσμός) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰendʰ- (δένω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπάσταρδη / μπάσταρδος / μπάσταρδο | μπάσταρδες / μπάσταρδοι / μπάσταρδα |
| Γενική | μπάσταρδης / μπάσταρδου / μπάσταρδου | μπάσταρδων / μπάσταρδων / μπάσταρδων |
| Αιτιατική | μπάσταρδη / μπάσταρδο / μπάσταρδο | μπάσταρδες / μπάσταρδους / μπάσταρδα |
| Κλητική | μπάσταρδη / μπάσταρδε / μπάσταρδο | μπάσταρδες / μπάσταρδοι / μπάσταρδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →