μούμια
•
- ταριχευμένος νεκρός άνθρωπος ή ζώο, ιδιαίτερα με την τεχνική που ακολουθούσαν στην αρχαία Αίγυπτο, με υφασμάτινες ταινίες Βικιλεξικό
- οποιοδήποτε ταριχευμένο ον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μούμια < μεσαιωνική ελληνική μούμια < ιταλική mumia < αραβική مُومِيَاء (mūmīyya) < περσική مومیا (mumyā) < موم (mum, κερί)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μούμια | μούμιες |
| Γενική | μούμιας | — |
| Αιτιατική | μούμια | μούμιες |
| Κλητική | μούμια | μούμιες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →