Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μούτρο

/ˈmu.tɾo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το πρόσωπο Βικιλεξικό
    • Παναγιά μου, με προσβάλλουν, με προσβάλλουν. Ε, πόσο ν' αντέξεις; άνθρωπος είσαι. Γιατί μας γλωσσοτρώς, βρε κωλόγρια; Γιατί μας γλωσσοτρώς συνέχεια; Έτσι μού 'ρθε να της δώσω μια να της χαλάσω το μούτρο. (Σωτήρης Δημητρίου, Μια Μαρίνα Τζάφου, εκδ. Πατάκης, 2023)
  2. μεταφορικάκακόφημος Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάπονηρός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μούτρο < (άμεσο δάνειο) ιταλική mutria (παλαιά ιταλική) : Επίσης αναφέρεται ότι η ιταλική mutria ετυμολογείται από τη μεσαιωνική ελληνική μοῦτρο.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμούτρομούτρα
Γενικήμούτρουμούτρων
Αιτιατικήμούτρομούτρα
Κλητικήμούτρομούτρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →