μούτρο
•
- το πρόσωπο Βικιλεξικό
- Παναγιά μου, με προσβάλλουν, με προσβάλλουν. Ε, πόσο ν' αντέξεις; άνθρωπος είσαι. Γιατί μας γλωσσοτρώς, βρε κωλόγρια; Γιατί μας γλωσσοτρώς συνέχεια; Έτσι μού 'ρθε να της δώσω μια να της χαλάσω το μούτρο. (Σωτήρης Δημητρίου, Μια Μαρίνα Τζάφου, εκδ. Πατάκης, 2023)
- μεταφορικάκακόφημος Βικιλεξικό
- μεταφορικάπονηρός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μούτρο < (άμεσο δάνειο) ιταλική mutria (παλαιά ιταλική) : Επίσης αναφέρεται ότι η ιταλική mutria ετυμολογείται από τη μεσαιωνική ελληνική μοῦτρο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μούτρο | μούτρα |
| Γενική | μούτρου | μούτρων |
| Αιτιατική | μούτρο | μούτρα |
| Κλητική | μούτρο | μούτρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →