κατάμουτρα
•
- προφορικόαπευθείας πάνω στο μούτρο / πρόσωπο κάποιου Βικιλεξικό
- μεταφορικάμε τρόπο ευθύ και άμεσο, με παρρησία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατάμουτρα < κατά- + μούτρ(α), πληθυντικός αριθμός του μούτρο + -α
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →