μπάζω
•
- οικείοβάζω σε κλειστό χώρο Βικιλεξικό
- Οι επισκέπτες όμως ήρθανε. Τους έμπασε στο μεγάλο σαλόνι η καμαριέρα. (Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ (1990) Οι επισκέψεις [διήγημα])
- Το «πιγκούνι» μετριόταν σε πόντους, δεξιά κι αριστερά από την τρύπα, που έμπαινε το στυλιάρι. Το συγκεκριμένο «πιγκούνι» ήταν 14 πόντοι αριστερά και 14 πόντοι δεξιά, δηλ. συνολικά το μήκος του έπιανε του 28 πόντους. Ταράχθηκε η Λένα, όταν πρωτοείδε το εργαλείο αυτό, και μόνο στη σκέψη ότι αυτό το βαρύ εργαλείο πρέπει να το μπάσει μέσα στη φυλακή (Κυριάκος Τσακίρης, Βούρλα: Η μεγάλη απόδραση, εκδόσεις Οδυσσέας, 1994, σελ. 129)
- οικείομπαίνω Βικιλεξικό
- ειδικότεραεπιτρέπω να περνάει ο αέρας, το νερό ή κάτι άλλο, από κάποιο σημείο που είναι τρύπιο (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μπάζω < ἐμπάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μπάζω | μπάζεις | μπάζει | μπάζουμε | μπάζετε | μπάζουν / μπάζουνε |
| Παρατατικός | έμπαζα | έμπαζες | έμπαζε | μπάζαμε | μπάζατε | έμπαζαν / μπάζαν / μπάζανε |
| Αόριστος | έμπασα | έμπασες | έμπασε | μπάσαμε | μπάσατε | έμπασαν / μπάσαν / μπάσανε |
| Μέλλοντας | θα μπάζω / θα μπάσω | θα μπάζεις / θα μπάσεις | θα μπάζει / θα μπάσει | θα μπάζουμε / θα μπάσουμε | θα μπάζετε / θα μπάσετε | θα μπάζουν / θα μπάζουνε / θα μπάσουν / θα μπάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μπάσει | έχεις μπάσει | έχει μπάσει | έχουμε μπάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μπάσει | είχες μπάσει | είχε μπάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μπάσει / να μπάζω / να μπάσω | να έχεις μπάσει / να μπάζεις / να μπάσεις | να έχει μπάσει / να μπάζει / να μπάσει | να έχουμε μπάσει / να μπάζουμε / να μπάσουμε | να μπάζετε / να μπάσετε | να μπάζουν / να μπάζουνε / να μπάσουν / να μπάσουνε |
| Προστακτική | — | μπάζε / μπάσε | — | — | μπάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μπάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →