Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπάζω

/ˈba.zo/ρήμα
•
  1. οικείοβάζω σε κλειστό χώρο Βικιλεξικό
    • Οι επισκέπτες όμως ήρθανε. Τους έμπασε στο μεγάλο σαλόνι η καμαριέρα. (Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ (1990) Οι επισκέψεις [διήγημα])
    • Το «πιγκούνι» μετριόταν σε πόντους, δεξιά κι αριστερά από την τρύπα, που έμπαινε το στυλιάρι. Το συγκεκριμένο «πιγκούνι» ήταν 14 πόντοι αριστερά και 14 πόντοι δεξιά, δηλ. συνολικά το μήκος του έπιανε του 28 πόντους. Ταράχθηκε η Λένα, όταν πρωτοείδε το εργαλείο αυτό, και μόνο στη σκέψη ότι αυτό το βαρύ εργαλείο πρέπει να το μπάσει μέσα στη φυλακή (Κυριάκος Τσακίρης, Βούρλα: Η μεγάλη απόδραση, εκδόσεις Οδυσσέας, 1994, σελ. 129)
  2. οικείομπαίνω Βικιλεξικό
  3. ειδικότεραεπιτρέπω να περνάει ο αέρας, το νερό ή κάτι άλλο, από κάποιο σημείο που είναι τρύπιο (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μπάζω < ἐμπάζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμπάζωμπάζειςμπάζειμπάζουμεμπάζετεμπάζουν / μπάζουνε
Παρατατικόςέμπαζαέμπαζεςέμπαζεμπάζαμεμπάζατεέμπαζαν / μπάζαν / μπάζανε
Αόριστοςέμπασαέμπασεςέμπασεμπάσαμεμπάσατεέμπασαν / μπάσαν / μπάσανε
Μέλλονταςθα μπάζω / θα μπάσωθα μπάζεις / θα μπάσειςθα μπάζει / θα μπάσειθα μπάζουμε / θα μπάσουμεθα μπάζετε / θα μπάσετεθα μπάζουν / θα μπάζουνε / θα μπάσουν / θα μπάσουνε
Παρακείμενοςέχω μπάσειέχεις μπάσειέχει μπάσειέχουμε μπάσει——
Υπερσυντέλικοςείχα μπάσειείχες μπάσειείχε μπάσει———
Υποτακτικήνα έχω μπάσει / να μπάζω / να μπάσωνα έχεις μπάσει / να μπάζεις / να μπάσειςνα έχει μπάσει / να μπάζει / να μπάσεινα έχουμε μπάσει / να μπάζουμε / να μπάσουμενα μπάζετε / να μπάσετενα μπάζουν / να μπάζουνε / να μπάσουν / να μπάσουνε
Προστακτική—μπάζε / μπάσε——μπάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

μπάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →