Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπασμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει μπει, που τον έχουν βάλει κάπου Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηκατατοπισμένος, πληροφορημένος, μυημένος, έμπειρος Βικιλεξικό
    • […] ο Κώστας ήταν πιο «μπασμένος» στα ερωτικά, είχε και ένα λέγειν, ήταν γενικά «πέφτουλας», που λένε σήμερα τα παιδιά, καμάκι το λέγαμε εμείς τότε.
  3. μεταφορικάμικροκαμωμένος, μικρόσωμος Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάκαχεκτικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπασμένος < ::: < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μπάζω ::: < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μπαίνω

Άλλοι τύποι

μπασμέναμπασμένεμπασμένεςμπασμένημπασμένηςμπασμένομπασμένοιμπασμένοςμπασμένουμπασμένουςμπασμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →