μπασμένος
•
- που έχει μπει, που τον έχουν βάλει κάπου Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηκατατοπισμένος, πληροφορημένος, μυημένος, έμπειρος Βικιλεξικό
- […] ο Κώστας ήταν πιο «μπασμένος» στα ερωτικά, είχε και ένα λέγειν, ήταν γενικά «πέφτουλας», που λένε σήμερα τα παιδιά, καμάκι το λέγαμε εμείς τότε.
- μεταφορικάμικροκαμωμένος, μικρόσωμος Βικιλεξικό
- μεταφορικάκαχεκτικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπασμένος < ::: < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μπάζω ::: < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μπαίνω
Άλλοι τύποι
μπασμέναμπασμένεμπασμένεςμπασμένημπασμένηςμπασμένομπασμένοιμπασμένοςμπασμένουμπασμένουςμπασμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →