μπάλωμα
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος μπαλώνω Βικιλεξικό
- το κομμάτι υφάσματος με το οποίο μπαλώνουν Βικιλεξικό
- μεταφορικάη επιδιόρθωση τρύπας σε δρόμο, τοίχο, κλπ. Βικιλεξικό
- μεταφορικάπρόχειρη κάλυψη τρύπας Βικιλεξικό
- αργκόσυνώνυμο του επίθεμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπάλωμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μπάλωμα < ἐμπάλωμαν < ἐμπαλώ(νω) + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπάλωμα | μπαλώματα |
| Γενική | μπαλώματος | μπαλωμάτων |
| Αιτιατική | μπάλωμα | μπαλώματα |
| Κλητική | μπάλωμα | μπαλώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →