Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπάλωμα

/ˈba.lo.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος μπαλώνω Βικιλεξικό
  2. το κομμάτι υφάσματος με το οποίο μπαλώνουν Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάη επιδιόρθωση τρύπας σε δρόμο, τοίχο, κλπ. Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάπρόχειρη κάλυψη τρύπας Βικιλεξικό
  5. αργκόσυνώνυμο του επίθεμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπάλωμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μπάλωμα < ἐμπάλωμαν < ἐμπαλώ(νω) + -μα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπάλωμαμπαλώματα
Γενικήμπαλώματοςμπαλωμάτων
Αιτιατικήμπάλωμαμπαλώματα
Κλητικήμπάλωμαμπαλώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →