μπαλώνω
•
- επιδιορθώνω ένα ύφασμα ή ρούχο που έχει σκιστεί ή φθαρεί ράβοντας το σημείο εκείνο ή προσθέτοντας ένα επιπλέον κομμάτι υφάσματος (μπάλωμα) Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπιδιορθώνω πρόχειρα μια βλάβη ή προβληματική κατάσταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπαλώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μπαλώνω < *ἐμπαλώνω < αρχαία ελληνική ἐμβάλλω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μπαλώνω | μπαλώνεις | μπαλώνει | μπαλώνουμε | μπαλώνετε | μπαλώνουν / μπαλώνουνε |
| Παρατατικός | μπάλωνα | μπάλωνες | μπάλωνε | μπαλώναμε | μπαλώνατε | μπάλωναν / μπαλώναν / μπαλώνανε |
| Αόριστος | μπάλωσα | μπάλωσες | μπάλωσε | μπαλώσαμε | μπαλώσατε | μπάλωσαν / μπαλώσαν / μπαλώσανε |
| Μέλλοντας | θα μπαλώνω / θα μπαλώσω | θα μπαλώνεις / θα μπαλώσεις | θα μπαλώνει / θα μπαλώσει | θα μπαλώνουμε / θα μπαλώσουμε | θα μπαλώνετε / θα μπαλώσετε | θα μπαλώνουν / θα μπαλώνουνε / θα μπαλώσουν / θα μπαλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μπαλώσει | έχεις μπαλώσει | έχει μπαλώσει | έχουμε μπαλώσει | έχετε μπαλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μπαλώσει | είχες μπαλώσει | είχε μπαλώσει | είχαμε μπαλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μπαλώσει / να μπαλώνω / να μπαλώσω | να έχεις μπαλώσει / να μπαλώνεις / να μπαλώσεις | να έχει μπαλώσει / να μπαλώνει / να μπαλώσει | να έχουμε μπαλώσει / να μπαλώνουμε / να μπαλώσουμε | να έχετε μπαλώσει / να μπαλώνετε / να μπαλώσετε | να μπαλώνουν / να μπαλώνουνε / να μπαλώσουν / να μπαλώσουνε |
| Προστακτική | — | μπάλωνε / μπάλωσε | — | — | μπαλώνετε / μπαλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →