μπάνκα
•
- σε χαρτοπαίγνιατο να παίζει κάποιος εναντίον όλων των υπολοίπων παικτών Βικιλεξικό
- Τίναξε την μπάνκα στον αέρα! Ήταν πολύ τυχερός απόψε.
- παρωχημένοτο πιστωτικό ίδρυμα, η τράπεζα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπάνκα < (άμεσο δάνειο) ιταλική banca < πρωτογερμανική *bankiz < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰeg-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπάνκα | μπάνκες |
| Γενική | μπάνκας | — |
| Αιτιατική | μπάνκα | μπάνκες |
| Κλητική | μπάνκα | μπάνκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →