Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπάρκο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένοτύπος παλαιού εμπορικού τρικάταρτου ιστιοφόρου που έφερε σταυρωτά ιστία, τύπου μυοδρόμωνα, δες και μπάρκα Βικιλεξικό
    • Φουσκώσαμε καὶ μαυρίσαμε ποῦ δὲ γνώριζε ἕνας τὸν ἄλλο! Τά μαλλιά μας, τά μουστάκια, τά γένεια σκλήρυναν σάν ἀγκάθια. Τά μάτια χωμένα στά πυκνά ματόφρυδα, ἔχασκαν ἄσπρα σάν σαλιγκάρια. Ὅσο γιά τό μπάρκο, τό μισό ἀπόμενε. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Η δικαιοσύνη της θάλασσας, από το βιβλίο Λόγια τῆς πλώρης, 1924)
  2. η ναυτολόγηση, το μπαρκάρισμα Βικιλεξικό
    • έκανα δύο μπάρκα με την εταιρεία του Νιάρχου (= εργάσθηκα (ναυτολογήθηκα) σε δύο πλοία ή δύο φορές ...}
  3. συνεκδοχικάο χρόνος ναυτικής υπηρεσίας ανά πλοίο ενός ναυτικού Βικιλεξικό
  4. η φόρτωση εμπορεύματος σε πλοίου Βικιλεξικό
    • η αποστολή της παραγγελίας ολοκληρώθηκε με τρία μπάρκα (= με τρία πλοία, ή τρεις μεταφορές από ίδιο πλοίο)

Ετυμολογία

μπάρκο < (άμεσο δάνειο) ιταλική barco < barca < υστερολατινική barca. → δείτε τη λέξη βάρκα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπάρκομπάρκα
Γενικήμπάρκουμπάρκων
Αιτιατικήμπάρκομπάρκα
Κλητικήμπάρκομπάρκα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →