Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπέμπελη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήη ιλαρά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπέμπελη < σλαβικής προέλευσης пепел (pepel, στάχτη) + -η (με ηχηροποίηση του αρχικού [p > b] λόγω συμπροφοράς με το άρθρο στην αιτιατική [tin pe > timbe > tim b] και προχωρητική αφομοίωση [bepe] > [bebe] < πρωτοσλαβική *pepelъ (στάχτη) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pepelh₁-o- (στάχτη), για το οποίο, δείτε και το ιδιωματικό πιπιλιά (στάχτη) : Ο καθηγητής Χρήστος Τζιτζιλής συζητά: ※ One example of a word whose etymology presents semantic problems is μπέμπελη ‘measles’, which is usually considered to be derived from Slav. pepel ‘ash’. The semantic development ‘ash’ > ‘measles’ is not self-evident; in Modern Greek dialects, the word always preserves its original meaning, e.g. πιπιλιά ‘ash’. The problem of its etymology remains unsolved. Is the parallel with Rom. pojar ‘measles’ < Slav. pożar ‘fire’ sufficient to account for the semantic change, or do we need to search for a new etymology? What is the connection with the medical term μόρμπιλη < morbilo ‘measles’, cf. Alb. morbili, Bulg. morbili etc,? το πρόβλημα σημασιολογικής σύνδεσης των εννοιών "στάχτη" - "ιλαρά" το οποίο θεωρεί άλυτο παρ' όλα τα παράλληλα παραδείγματα όπως η ρουμανική pojar (ιλαρά) < πρωτοσλαβική *požarъ (φωτιά) με ερώτημα σημασιολογικής αναφοράς στο ιδιωματικό λατινογενές συνώνυμο μόρμπιλη < … < μεσαιωνική λατινική morbilli (ιλαρά) ή morbilius < λατινική morbus (αρρώστια) + -illus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα*mer- (πεθαίνω) με συγγενή όπως ο ιατρικός όρος στη βουλγαρική морбили (morbili, ιλαρά)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπέμπελη—
Γενικήμπέμπελης—
Αιτιατικήμπέμπελη—
Κλητικήμπέμπελη—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →