μπαγιατεύω
•
- γίνομαι μπαγιάτικος, δεν είμαι πια φρέσκος, δεν έχω την ποιότητα (πχ την καλή γεύση, την υφή) που είχα Βικιλεξικό
- τα παξιμάδια και τα μπισκότα δεν μπαγιατεύουν όπως το ψωμί
- μεταφορικάείμαι παλιός πια, όχι επίκαιρος (πχ για ειδήσεις) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπαγιατεύω < μεσαιωνική ελληνική μπαγιάτης + -εύω < τουρκική bayat
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μπαγιατεύω | μπαγιατεύεις | μπαγιατεύει | μπαγιατεύουμε | μπαγιατεύετε | μπαγιατεύουν / μπαγιατεύουνε |
| Παρατατικός | μπαγιάτευα | μπαγιάτευες | μπαγιάτευε | μπαγιατεύαμε | μπαγιατεύατε | μπαγιάτευαν / μπαγιατεύαν / μπαγιατεύανε |
| Αόριστος | μπαγιάτευσα | μπαγιάτευσες | μπαγιάτευσε | μπαγιατεύσαμε | μπαγιατεύσατε | μπαγιάτευσαν / μπαγιατεύσαν / μπαγιατεύσανε |
| Μέλλοντας | θα μπαγιατεύσω / θα μπαγιατεύω | θα μπαγιατεύεις / θα μπαγιατεύσεις | θα μπαγιατεύει / θα μπαγιατεύσει | θα μπαγιατεύουμε / θα μπαγιατεύσουμε | θα μπαγιατεύετε / θα μπαγιατεύσετε | θα μπαγιατεύουν / θα μπαγιατεύουνε / θα μπαγιατεύσουν / θα μπαγιατεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μπαγιατεύσει | έχεις μπαγιατεύσει | έχει μπαγιατεύσει | έχουμε μπαγιατεύσει | έχετε μπαγιατεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μπαγιατεύσει | είχες μπαγιατεύσει | είχε μπαγιατεύσει | είχαμε μπαγιατεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μπαγιατεύσει / να μπαγιατεύσω / να μπαγιατεύω | να έχεις μπαγιατεύσει / να μπαγιατεύεις / να μπαγιατεύσεις | να έχει μπαγιατεύσει / να μπαγιατεύει / να μπαγιατεύσει | να έχουμε μπαγιατεύσει / να μπαγιατεύουμε / να μπαγιατεύσουμε | να έχετε μπαγιατεύσει / να μπαγιατεύετε / να μπαγιατεύσετε | να μπαγιατεύουν / να μπαγιατεύουνε / να μπαγιατεύσουν / να μπαγιατεύσουνε |
| Προστακτική | — | μπαγιάτευε / μπαγιάτευσε | — | — | μπαγιατεύετε / μπαγιατεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →