μπαγιάτικος
•
- για τρόφιμαπου έχει αρκετά παλιά ημερομηνία παραγωγής / παρασκευής και η γεύση του, η όψη του και η οσμή του δεν το κάνουν πια ελκυστικό για κατανάλωση Βικιλεξικό
- μεταφορικάπαλιός, παρωχημένος Βικιλεξικό
- αυτή η είδηση είναι πια μπαγιάτικη
Ετυμολογία
μπαγιάτικος < μεσαιωνική ελληνική μπαγιάτι (ουδέτερο για αμάρτυρο τύπο *μπαγιάτ(ης) + -ικος < οθωμανική τουρκική بیات (τουρκική bayat) < αραβική بائت (bā̕it, ψωμί περασμένης νύχτας, παλιό)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μπαγιάτικος | μπαγιάτικη | μπαγιάτικο |
| Γενική | μπαγιάτικου | μπαγιάτικης | μπαγιάτικου |
| Αιτιατική | μπαγιάτικο | μπαγιάτικη | μπαγιάτικο |
| Κλητική | μπαγιάτικε | μπαγιάτικη | μπαγιάτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μπαγιάτικοι | μπαγιάτικες | μπαγιάτικα |
| Γενική | μπαγιάτικων | μπαγιάτικων | μπαγιάτικων |
| Αιτιατική | μπαγιάτικους | μπαγιάτικες | μπαγιάτικα |
| Κλητική | μπαγιάτικοι | μπαγιάτικες | μπαγιάτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →