Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπαγιάτικος

/baˈʝa.ti.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για τρόφιμαπου έχει αρκετά παλιά ημερομηνία παραγωγής / παρασκευής και η γεύση του, η όψη του και η οσμή του δεν το κάνουν πια ελκυστικό για κατανάλωση Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπαλιός, παρωχημένος Βικιλεξικό
    • αυτή η είδηση είναι πια μπαγιάτικη

Ετυμολογία

μπαγιάτικος < μεσαιωνική ελληνική μπαγιάτι (ουδέτερο για αμάρτυρο τύπο *μπαγιάτ(ης) + -ικος < οθωμανική τουρκική بیات (τουρκική bayat) < αραβική بائت (bā̕it, ψωμί περασμένης νύχτας, παλιό)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμπαγιάτικοςμπαγιάτικημπαγιάτικο
Γενικήμπαγιάτικουμπαγιάτικηςμπαγιάτικου
Αιτιατικήμπαγιάτικομπαγιάτικημπαγιάτικο
Κλητικήμπαγιάτικεμπαγιάτικημπαγιάτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμπαγιάτικοιμπαγιάτικεςμπαγιάτικα
Γενικήμπαγιάτικωνμπαγιάτικωνμπαγιάτικων
Αιτιατικήμπαγιάτικουςμπαγιάτικεςμπαγιάτικα
Κλητικήμπαγιάτικοιμπαγιάτικεςμπαγιάτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →