μπαζώνω
•
- ρίχνω μπάζα, γεμίζω με μπάζα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπαζώνω < μπάζο + -ώνω < παλαιο—ιταλική basa < λατινική basis < αρχαία ελληνική βάσις (αντιδάνειο)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μπαζώνω | μπαζώνεις | μπαζώνει | μπαζώνουμε | μπαζώνετε | μπαζώνουν / μπαζώνουνε |
| Παρατατικός | μπάζωνα | μπάζωνες | μπάζωνε | μπαζώναμε | μπαζώνατε | μπάζωναν / μπαζώναν / μπαζώνανε |
| Αόριστος | μπάζωσα | μπάζωσες | μπάζωσε | μπαζώσαμε | μπαζώσατε | μπάζωσαν / μπαζώσαν / μπαζώσανε |
| Μέλλοντας | θα μπαζώνω / θα μπαζώσω | θα μπαζώνεις / θα μπαζώσεις | θα μπαζώνει / θα μπαζώσει | θα μπαζώνουμε / θα μπαζώσουμε | θα μπαζώνετε / θα μπαζώσετε | θα μπαζώνουν / θα μπαζώνουνε / θα μπαζώσουν / θα μπαζώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μπαζώσει | έχεις μπαζώσει | έχει μπαζώσει | έχουμε μπαζώσει | έχετε μπαζώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μπαζώσει | είχες μπαζώσει | είχε μπαζώσει | είχαμε μπαζώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μπαζώσει / να μπαζώνω / να μπαζώσω | να έχεις μπαζώσει / να μπαζώνεις / να μπαζώσεις | να έχει μπαζώσει / να μπαζώνει / να μπαζώσει | να έχουμε μπαζώσει / να μπαζώνουμε / να μπαζώσουμε | να έχετε μπαζώσει / να μπαζώνετε / να μπαζώσετε | να μπαζώνουν / να μπαζώνουνε / να μπαζώσουν / να μπαζώσουνε |
| Προστακτική | — | μπάζωνε / μπάζωσε | — | — | μπαζώνετε / μπαζώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →