μπάζο
•
- κυριολεκτικάτμήμα άχρηστων υλικών κυρίως από κατεδάφιση Βικιλεξικό
- μεταφορικάανόητος Βικιλεξικό
- μεταφορικάάσχημος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπάζο < παλαιο—ιταλική basa < λατινική basis < αρχαία ελληνική βάσις (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπάζο | μπάζα |
| Γενική | μπάζου | μπάζων |
| Αιτιατική | μπάζο | μπάζα |
| Κλητική | μπάζο | μπάζα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →