Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπάζο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κυριολεκτικάτμήμα άχρηστων υλικών κυρίως από κατεδάφιση Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάανόητος Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάάσχημος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπάζο < παλαιο—ιταλική basa < λατινική basis < αρχαία ελληνική βάσις (αντιδάνειο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπάζομπάζα
Γενικήμπάζουμπάζων
Αιτιατικήμπάζομπάζα
Κλητικήμπάζομπάζα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →